ΚΟΝΤΑΚΙ, ΨΑΧΝΟΝΤΑΣ ΤΟ ΑΓΙΟ ΔΙΣΚΟΠΟΤΗΡΟ

Kύριε Κυπρίδημε καλή σας ημέρα. Απευθύνομαι σέ εσάς επειδή
γνωρίζω τήν μεθοδικότητά σας καί τόν τρόπο πού εσείς προσεγγίζετε καί μελετάτε διάφορα καί οχι μόνον τεχνικά θέματα Γράφετε γιά τά προσόντα τού κοντακιού Μόντε Κάρλο καί εξ’ αφορμής αυτού τού αρθρου προτείνω να μελετηθεί ο σχεδιασμός ενός κοντακιού πού νά εχει μερικά από τα μεγέθη του κοντακου Μ/Κ σύν κάποια άλλα, όπως:

Πρώτον καί κύριον τό πέλμα να τοποθετείται στήν πρέπουσα περιοχη τού ώμου , χαμηλά , ωστε να εχει πλήρη επαφή . Η αυξημένη ροπή πρός τα άνω , άν και δέν ειναι επιθυμητή, δεν επηρεάζει σοβαρά τήν βολή.

Δεύτερον : Οταν το μάτι τίθεται επί της σκοπευτικης ευθείας η ράχη τού κοντακιού να απέχει αρκετά από το ζυγωματικό και η παρειά να μη πλήτεται από την ανακρουση. Ζήτημα συνηθειας ειναι χωρίς να ειναι απαραίτητη η επαφη τού μάγουλου γιά τήν ευθυγράμμιση καί σκόπευση. Οπως γίνεται με το «σκαλοπάτι » της Α5.

Τρίτον: Το κοντακι (γιά δεξιόχειρες ) να εχει πολύ μεγάλη παρέκληση πρός τά αριστερά ωστε να μειωθεί η διπλή κλίση της κεφαλής δηλαδή κάμψη καί κλίση πρός τα δεξιά. Η φυσιολογική θέση τής κεφαλής ειναι οταν η διακορική γραμμή των οφθαλμών εινα κάθετη πρός το ορόμενο αντικείμενο καί οχι η όραση να γίνεται υπό γωνία.

Καί αν υπάρχει μή διορθωμένος αστιγματισμός τότε τι γίνεται; Παρομοιάζω αυτήν την αφύσικη θέση σάν να φορώ τό αριστερό παπούτσι δεξιά καί τό δεξιό αριστερά. Με γυαλιά οράσεως οι παραμορφώσεις ειναι μεγάλες πού μεγαλώνουν μέ τα πολυεστιακά. Παράθλαση, παραμόρφωση ειδώλου, οραση εκτός εστίας, διαθλάσεις, περιφερειακή άνω θολώτητα ειναι μερικά προβλήματα πού δεν αίροντε ούτε μέ τά υπερμεγέθη αμερικανικά σκοπευτικά γυαλιά.

Σας χαιρετώ

ΔημήτριοςΚαραγεώργος

ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Οσοι ασχολούνται με την μελέτη του λειόκαννου κάποια στιγμή, αναγκαστικά, θα ασχοληθουν με το κοντάκι. Και αυτό διότι η απουσία τριγονομετρικών σκοπευτικών οργάνων καθιστά το κοντάκι το σκοπευτικό σύστημα του λειόκαννου. Αν προσθέσουμε σε αυτό την τεχνική που ορίζει ότι εστιάζουμε στο στόχο, δεν λαμβάνουμε υπόψη το στόχαστρο, άρα το κοντάκι καλείται να παίξει τον ρόλο του τοποθετητή του ματιού στην σωστή σκοπευτική θέση, τότε γίνεται κατανοητή η σημασία του κοντακιού στο λειόκαννο, σημασία πολύ μεαλύτερη από ότι έχει το κοντάκι στο ραβδωτό τουφέκι.

Αν προσθέσουμε στην σκόπευση και το γενναίο κλώστημα του λειόκαννου, συν πιθανά προβλήμτα όρασης, άρα και εστίασης, τότε έχουμε ένα σύνθετο πρόβλημα η λύση του οποίου αποτελεί το Αγιο Δισκοπότηρο του χώρου μας.

Η τοποθέτηση του ματιού στην νοητή προς τα πίσω προέκταση της ρίγας εισάγει προβλήματα με το λάκτισμα. Οσο πιο πολύ παρεκκλίνει η τοποθέτηση του πέλματος από την ευθεία τόσο περισσότερα αισθητό γίνεται το λάκτισμα. Η αμερικανική Ljutic εφηύρε το μονόκαννο Space Gun για να λύσει αυτό το πρόβλημα και το αποτέλεσμα είναι μεν το επιθυμιτό αλλά η αισθητική του όπλου πάει περίπατο!

Το Ljutic Space Gun με απόλυτα ευθεία κατασκευή βάζει το πέλμα στον ώμο, ενώ δεν έχει ράχη κοντακιού. Η υπερυψωμένη ρίγα μπροστά οδηγεί το μάτι. Είναι εξειδικευμένο τραποτούφεκο για το αμερικανικό Τραπ που επιβάλλει μονόκαννο όπλο.

Πιο πρόσφατα είχαμε το κοντάκι που σχεδίασε η αμερικανική Wenig που αποφεύγει την πλάγια κλίση του κοντακιου δίνοντας πλάγια μετατόπιση της κεφαλής του σκοπευτή με την αφαίρεση υλικού από την αριστερή πλευρά του κοντακιου (για δεξιόχειρες εννοείται). Το κοντάκι αυτό είναι πιο ευθύ από ένα κοντάκι με πλάγια κλίση από τη λαβή και όπως λένε οι χρήστες όντως μειώνει το αισθητό κλώτσημα. Είναι όμως προφανές ότι αναγκάζει τον σκοπευτή να μετακινήσει το κεφάλι προς το κοντάκι για να έχει επαφή με τη ράχη του κοντακιού.

Το ιδανικό κοντάκι, όπως γράφετε και εσείς, είναι αυτό που επιτρέπει μια όσο το δυνατό πιο φυσιολογική θέση της κεφαλης του χειριστή, χωρίς πλάγια ή κάθετη μετατόπιση, αυτό που αφήνει τα μάτια στο ίδιο οριζόντιο πεδίο, και δεν επιβάλλει στράβωμα του λαιμού. Αν όλα αυτά αποδειχτούν αδύνατα τότε το ιδανικό κοντάκι θα ήταν αυτό που θα ελαχιστοποιούσε τις αποκλίσεις από την φυσική θέση του κεφαλιού.

Αυτές οι σκέψεις οδήγησαν στην σχεδίαση του μετροληπτικού μου που βασίζεται στον διαχωρισμό του σχήματος του κοντακιου από την σκοπευτική τοποθέτηση του. Αναλυτικότερα:

Το κοντάκι αποσπάται από την «κάννη» (σε εισαγωγικά καθότι δεν μπορεί να πυροδοτήσει). Με το κοντάκι αποσπασμένο γίνονται οι ρυθμίσεις που θα φέρουν τη ράχη, το πέλμα, το μήκος, στην επιθυμιτή θέση. Δηλαδή τη θέση που απαιτεί τις λιγότeρες δυνατόν αποκλίσεις από την φυσιολογική θέση της κεφαλής. Και αφού βρεθεί το σχήμα που επιτρέπει την επώμιση χωρίς καμία σωματική υπερβολή, τότε εφαρμόζει η «κάννη» στο κοντάκι.

Η «κάννη» συνδέεται με το κοντάκι με μια άρθρωση που επιτρέπει την ρύθμιση της κάννης ώστε αυτή να έλθει στην σκοπευτική ευθεία που χρειάζεται ο σκοπευτής.

Η χρήση του μετροληπτικού αυτού έδειξε ότι το ιδανικό σχήμα κοντακιου, σε διάφορα άτομα, καταλήγει σε ένα σχήμα Μόντε Κάρλο, με αρκετά χαμηλά τοποθετημένο πέλμα, που επιτρέπει στο κεφάλι να μένει όρθιο. Η τοποθέτηση του πέλματος θυμίζει τα κοντάκια προ του 1900.

Αμερικανικό δίκαννο Parker με κοντάκι που παρουσιάζει υπερβολική για τα σημερινά δεδομένα κάθετη κλίση. Την εποχή που κατσκευάστηκε το κοντάκι η τακτική επώμισης επέτρεπε όρθια στάση του κεφαλιού.

Να αναφερθεί και κάτι για την τεχνική. Η προτροπή «εστιάσου στο στόχο, ξέχνα το όπλο» έχει καθιερωθεί ως κυρίαρχη στο λειόκαννο. Τι γίνεται όμως όταν σε κινητό στόχο βάλλει σκοπευτής με ραβδωτό, όπου η τεχνική είναι «εστιάσου στην ακή, άσε στόχο και κλισιοσκόπιο να είναι φλου». Λογικό αυτό αφού ο σκοπευτής στέλνει ένα και μοναδικό βλήμα σε συγκεκριμένο σημείο του στόχου και όχι ένα σύννεφο εκατοντάδων σκαγίων γενικά προς το στόχο. Πως ρίχνει κανείς με ραβδωτό σε κινούμενο στόχο λοιπόν; Το ερώτημα δεν έχει απαντηθεί αν και έχει τεθεί σε «ειδήμονες».

Από όσα άρθρα επί του θέματος διάβασα το πιο εντυπωσιακό ήταν αυτό του Roger Barlow που ήταν βραβευμένος εικονολήπτης του κινηματογράφου και ασχολείτο σοβαρά με το θέμα της όρασης. Ο Barlow είχε γραψει ότι η ολοκληρωτική εστίαση στο στόχο χωρίς μιαν αντίληψη του στόχαστρου στην περιφερειακή όραση δεν βγάζει νόημα, δεν επιτρέπει κανένα είδος προσκόπευσης!

Αν αφήσουμε λίγο την ορθοδοξία του «εστιάσου στο στόχο ξένα το στόχαστρο» και αποδεχτούμε ότι το στόχαστρο μπορεί μεν να μην είναι σημείο εστίασης, αλλά είναι μέρος της συνολικής σκοευτικής εικόνας, τότε ανοίγουν νέοι ορίζοντες στην τεχνική καθώς και στα κοντάκια.

Σε άλλα αθλήματα που εξαρτώνται από την ευστοχία αν και άοπλα, όπως πχ το Γκολφ, έχουν γίνει μελέτες που έχουν εφαρμογή και στα δικά μας. Η πιο γνωστή τεχνική είναι αυτή της «απαλής όρασης», Quiet Eyes αγγλιστί. Εκεί ο αθλητής ενθαρρύνεται μέσα από ασκήσεις να αναπτύξει την αντίληψη της περιφερειακής του όρασης, κάτι εντελώς αντίθετο με το υστερικό σχεδόν «ξέχνα το στόχαστρο». Τα αποτελέσματα σε πειράματα ήταν εντυπωσιακά σε αθλήματα όπου δοκιμάστηκε η μέθοδος αυτή.

Η σύγκριση μεταξύ της προτροπής «ξέχνα το όπλο εστίασε στο στόχο» και μιας υπόδειξης να διατηρήσει ο σκοπευτής την σχέση στόχου-στόχαστρου αρκεί για να γίνει κατανοητή η επίδραση στην σχεδίαση του κοντακιού. Στην δεύτερη περίπτωση ο σκοπευτής επωμίζει περιμένοντας να έχει το στόχαστρο στην οπτική του αντίληψη, είναι πιο χαλαρός, και πιστεύω και πιο ασφαλής καθότι λιγότερο επιρρεπής στο φαινόμενο της «οπτικής σήραγγας» που περιορίζει το οπτικό του πεδίο. Αυτή η προσέγγιση οδηγεί σε διαφορετικά μέτρα κοντακιού.

Το θέμα είναι μεγάλο και θα το ξαναδούμε, πολλές φορές.

Βίντεο με πειράματα για την εστίαση στην ευστοχία στο Γκόλφ. Τα πειράματα έδειξαν ότι η εστίαση στη μπάλα, αντί για την σωλήνα-στόχο που πρότεινε η παλιά τεχνική, αύξησαν τις επτυχίες του αθλητή.