ΤΙ ΣΤΕΡΟΥΝ ΟΙ ΣΥΛΛΟΓΕΣ

Η συλλογή όπλων και άλλων χρηστικών αντικειμένων είναι φαινομενικά αθώα ψυχαγωγική δραστηριότητα. Εχει όμως επιδράσεις που κάποτε μπορεί να θεωρηθούν αρνητικές για τον γενικότερο χώρο του κυνηγίου αλλά και για την ίδια την οπλοκατασκευή.

Πρώτη ένδειξη ότι κάτι τρέχει είναι οι σελίδες των μητρώων των “μεγάλων” Αγγλων κατασκευαστών. Κάθε παραγγελία στο βιβλίο αρχίζει με τον τίτλο και το όνομα του πελάτη και ακολουθούν τα στοιχεία του όπλου. Μια ματιά σε μητρώα των αρχών του 20ου αιώνα, στην χρυσή εποχή του δίκαννου, δείχνει ότι οι περισσότεροι πελάτες είχαν τον απλό τίτλο Mister, δηλαδή δεν ήταν ευγενείς, λόρδοι κλπ. “Ναι αλλά μπορεί να ήταν άτιτλοι αλλά πάμπλουτοι” είναι μια λογική ανταπάντηση. Για αυτό αποκτούν ιδιαίτερη αξία οι παραγγελίες από στρατιωτικούς, αυτές που αρχίζουν με τον βαθμό, όπως πχ Major, Captain κλπ, διότι οι μισθοί αυτών των ανθρώπων είναι ιστορικά καταγεγραμμένοι.

Ενας ιατρός στόλου στο βρετανικό ναυτικό το 1920 κέρδιζε 511 λίρες Αγγλίας ετησίως. Ο καπετάνιος έπαιρνε λιγότερα, γύρω στις 450 λίρες ετησίως. Ανάλογες ήταν οι αμοιβές στον στρατό. Αυτοί ήταν συχνά πελάτες των μεγάλων κατασκευαστών.

Στην ίδια εποχή τα πιο ακριβά δίκαννα αυτών των μεγάλων κατασκευαστών είχαν τιμές που κυμαίνονταν από 70 έως 90 λίρες.

gunprices

Τα ποσοστά ξεκαθαρίζουν την εικόνα. Το καλύτερο όπλο αντιπροσώπευε σε κόστος το ένα έκτο του ετήσιου μισθού ενός ανώτερου αξιωματικού. Επαναλαμβάνεται ότι επιλέχθηκε αυτός ο μισθός διότι υπάρχει καταγεγραμμένος σε ιστορικά αρχεία. Είναι λογικό να συμπεράνουμε ότι παρόμοιους μισθούς είχε και ο πολιτικός τομέας. Σήμερα το ίδιο όπλο αντιπροσωπεύει μιάμιση φορά τον ετήσιο μισθό του ίδιου αξιωματικού ή ενός καλοπληρωμένου δικηγόρου!

Το πως και γιατί τα καλά όπλα απέκτησαν αξία που τα έβγαλε από την οικονομική εμβέλεια των κατ’εξοχήν πελατών τους, την μεσαία τάξη, έχει άμεση σχέση με το χόμπυ της συλλογής. Η επιπόλαιη πράξη συλλογής δρα σαν σφουγγάρι και απορροφά όπλα που τεχνικά δεν είναι συλλεκτικά. Η μείωση της προσφοράς, λόγω της “παγίδευσης” όπλων σε “συλλογές” μεταχειρισμένων έχει άμεση επίδραση στις τιμές και στην υπεραξία που αντιπροσωπεύει το όνομα μιας εταιρείας, το γνωστό brand name.

Τα παραπάνω θα ξενίσουν μερικούς όψιμους συλλέκτες, αλλά αυτή είναι η αλήθεια. Ενα όπλο του Χ κατασκευαστή δεν είναι συλλεκτικό απλά επειδή το έφτιαξε ο Χ. Συλλεκτικό είναι κάτι που είναι σε άψογη κατάσταση άσχετα με την ηλικία του, ή έχει κάποιο ειδικό χαρακτηριστικό ή συνδέεται ιστορικά με σημαντικά άτομα και καταστάσεις. Η μάρκα απλά και μόνο δεν καθιστά ένα όπλο ή άλλο αντικείμενο “συλλεκτικό”.

Ο αξέχαστος Γκαφ Τόμας είχε χαρακτηρίσει τους “συλλέκτες” που με λαιμαργία χυμούν και μαζεύουν όπλα από την αγορά “βάρβαρους που μάχονται τον πληθωρισμό” (Inflation hedging barbarians). Η βαρβαρότητα που είδε ο Τόμας αφορά την πλαστή αύξηση της ζήτησης και την άνοδο τιμής που επιφέρει αυτή η πράξη. Το αποτέλεσμα είναι ότι ο μέσος κυνηγός δεν μπορεί να πλησιάσει αυτά τα κατ’εξοχήν κυνηγετικά όπλα που τόσο εύκολα αγόραζε ο παππούς του, και αυτό είναι βαρβαρότητα κατά τον Τόμας και πολλούς άλλους.

Σε εποχές χαλεπές, όταν οι “συλλέκτες” αρχίζουν να ρευστοποιούν τα συλλεκτικά τους αντικείμενα τότε φαίνεται η καταστροφική όψη της επιδερμικής συλλογής. Η ποσότητα όπλων που εμφανίζεται συμπιέζει τις τιμές όχι μόνο των μεταχειρισμένων, αλλά και των καινούργιων όπλων και έτσι ακούμε μαντάτα ότι κλείνουν αλλοτε κραταιές εταιρείες όπως η Arizabalaga και η FAMARS (έκλεισαν πριν μερικούς μήνες).

Είναι άξιο έρευνας κατά πόσο συμφέρει τους κατασκευαστές η τεχνητή ζήτηση λόγω “συλλεκτικού ενδιαφέροντος” ή η μικρότερη, αλλά πιο σταθερή ζήτηση που έρχεται λόγω χρήσης και φθοράς των όπλων. Στην πρώτη περίπτωση υπάρχει ο κίνδυνος απότομης αύξησης της προσφοράς από το “αδιάθετο στοκ” που κατοικοεδρεύει στα ντουλάπια των “συλλεκτών”. Ενώ στην δεύτερη περίπτωση η κατανάλωση είναι ουσιαστική και καλύπτεται μόνο με νέα παραγωγή. Αυτό όμως καλύτερα να το αφήσουμε για οικονομολόγους-αναγνώστες.

Το κακό δεν σταματά εκεί. Στις αρχές του 20ου αιώνα η παράδοση ήταν ότι ο πατέρας, θείος ή άλλος συγγενής αγόραζε ένα καλό όπλο για τον γιό όταν αυτός έκλεινε τα 21 του. Αυτό ήταν δυνατό όταν το κάλλιστο όπλο είχε τιμή 70 λίρες, το μέσο 40 λίρες, και το λιτό, αλλά καλό, 20 λίρες.

Η προσιτή τιμή του καλού όπλου έδινε ένα σημαντικό πρώτο μάθημα στο νέο κυνηγό. Τον έφοδίαζε με άμεση γνώση της ποιότητας γενικά και πως αυτή συμβάλλει στην απόλαυση του κυνηγίου. Αυτή ήταν σημαντική γνώση που συνέβαλλε στην ποιότητα του κυνηγίου σαν θεσμό. Οταν οι κυνηγοί είναι εκλεκτικοί στα μικρά, μάλλον δεν θα είναι δεκτικοί στα στραβά του χώρου στα μεγάλα θέματα. Σήμερα η ιδέα ενός δώρου αξίας 65000 Ευρώ σε έναν νεαρό απλά και μόνο επειδή είναι κυνηγός και έκλεισε τα 21 ακούγεται σαν ανέκδοτο. Μετά από έναν αιώνα “προόδου” καταφέραμε να κάνουμε το καλό όπλο όνειρο που εκπληρώνεται για τους περισσότερους με την είσπραξη του εφάπαξ. Καιρός είναι να διορθωθεί αυτή η κατάσταση.

Leave a Reply