ΕΠΕΝΔΥΣΗ ΣΕ ΚΥΝΗΓΕΤΙΚΑ ΟΠΛΑ

Ρωτά ο αναγνώστης Αργύρης:

“Γεια σου Νικήτα!

Συγχαρητήρια για τη σελίδα σου και για τις γνώσεις που μας προσφέρεις!

Έχω κάμποσες ερωτήσεις σχετικά με την οικονομία γύρω απο τα όπλα.

Κατα πόσο μπορεί να θεωρηθεί η αγορά κάποιου όπλου σαν επένδυση;

Ποια όπλα θεωρείς ότι μπορούν να αυξήσουν την αξία τους τα επόμενα χρόνια;

Ποια είναι τα κριτήρια που αυξάνουν την τιμή ενός όπλου με τα χρόνια;

Για παραδειγμα, είναι το όπλο καθαυτό που ορίζει την τιμή του ή ο προηγούμενος

κάτοχός του;

Προφανώς, αν κάποιος δει την αγορά ενός όπλου σαν επένδυση, τότε θα

πρέπει να δει και τις ξένες αγορές στη μεταπώλησή του.

Ποιες ειναι αυτές οι αγορές και πώς μπορεί κάποιος να βρει πώς κινήθηκαν οι τιμές

τα τελευταία χρόνια;

Και μια τελευταία ερώτηση. Γνωρίζεις αν υπάρχουν στο Youtube τεχνικά βίντεο σχετικά

με την οπλογνωσία/οπλοκατασκευή/συντήρηση/ τεχνική παρουσίαση όπλων;

Ευχαριστώ εκ των προτέρων!

Αργυρης”

ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Επένδυση σημαίνει ότι τοποθετούνται χρήματα σε αξίες που μπορούν να μετατραπούν ανά πάσα στιγμή σε χρήμα, να ρευστοποιηθούν. Η πώληση μετοχών, ομολόγων, αξιών, κλπ σημαίνει άμεση ρευστοποίηση σε προβλέψιμες τιμές αγοράς. Αυτό δεν συμβαίνει με τα όπλα ή άλλο υλικό αγαθό, πχ έπιπλα αντίκες, παλιά αυτοκίνητα ή άλλα συλλεκτικά αντικείμενα.

Ο δείκτης Ντάου Τζόουνς το 1913 έστεκε στις 75 περίπου μονάδες. Σήμερα ο Ντάου Τζόουνς ξεπερνά τις 17000 μονάδες. Κάθε δολλάριο που επενδυόταν το 1913 σε κεφάλαια index linked σήμερα αξίζει 230 περίπου δολλάρια.

Ο χρυσός τότε είχε τιμή γύρω στα 20 δολλάρια την ουγγιά, σήμερα είναι γύρω στα 1100. Πενήντα περίπου φορές απάνω.

Ενα όπλο που σήμερα θεωρείται επιθυμιτό, πχ ένα πλαγιόκαννο Purdey το 1900 είχε τιμή γύρω στις 100 Λίρες Αγγλίας. Σήμερα, σε δημοπρασίες όπλων, ένα Purdey του 1900, σε σχεδόν καινόυργια κατάσταση πωλείται από 4000 έως 15000 λίρες. Ναι, η τιμή του αντίστοιχου καινούργιου Purdey είναι 65 000 λίρες, αλλά ένα παλιό Purdey, όσο καλοδιατηρημένο και αν είναι δεν θα φτάσει αυτή την τιμή.

Οι τιμές των συλλεκτικών όπλων καθορίζονται από τις τιμές που αυτά πιάνουν σε ανοικτές δημοπρασίες όπου οι αγοραστές ανταγωνίζονται μεταξύ τους, άρα προσφέρουν την ύψιστη τιμή σε ΡΕΥΣΤΟ και άμεσα.

Στα όπλα υπάρχουν και αλλοι παράγοντες, κυρίως νόμοι που περιορίζουν τόσο την απόκτηση όσο και την κατοχή και πώληση των όπλων. Εν ολίγοις το αγοραστικό κοινό των όπλων καθορίζεται από την εκάστοτε νομοθεσία περί όπλων. Σε ότι αφορά την διασυνοριακή πώληση, αυτή είναι τόσο περιορισμένη νομικά που για έναν ιδιώτη είναι περίπου ακατόρθωτη. Για να βγει όπλο από την Ελλάδα και να πωληθεί στο εξωτερικό χρειάζεται τρεις άδειες εξαγωγής, από τρία υπουργεία: Δημόσιας Τάξης, Αμυνας και Εμπορίου (ή πως αλλιώς λέγετα τώρα).

Για τιμές, η πιο καλή ίσως πηγή είναι οι αμερικανικές δημοπρασίες όπως αυτές των www.gunbroker.com, gunsinternational.com καθώς και του οίκου Julia. Οι Αμερικανοί έχουν ακόμα το δικαίωμα της κατοχής όπλων και αρκετό χρήμα για να τα αποκτήσουν, άρα οι τιμές στην αγορά τους είναι οι πιο ψηλές.

Οταν η Αγγλία είχε πληθωρισμό 35 τοις εκατό, στην δεκαετία του 1970 (κάτι που έζησα και δεν ήταν ωραίο) πολλοί στράφηκαν προς επενδύσεις σε αγαθά που θα διαφύλασσαν την αξία των χρημάτων τους, με αποτέλεσμα αυτά τα αγαθά να έχουν μεγάλη ζήτηση. Ηταν τότε συνηθισμένη πρακτική να παραγγείλεις ένα αυτοκίνητο Jaguar XJ6 ή ένα Purdey, και όταν πλησίαζε η ημέρα της παράδοσης να πουλάς την θέση σου στην ουρά και έτσι να βγάλεις μερικές χιλιάδες λίρες εύκολα. Αυτό οφειλόταν στην άνοδο των τιμών από το χρόνο παραγγελίας μέχρι τον χρόνο παράδοσης.

Ο Γκαφ Τόμας είχε χαρακτηρίσει αυτούς τους “επενδυτές” βάρβαρους μαχητές του πληθωρισμού. Με την έννοια ότι η πλασματική ζήτηση που έφεραν στα καλά όπλα αύξησε τις τιμές και έκανε τα καλά όπλα απλησίαστα για τον μέσο κυνηγό και ότι αυτή η πράξη ήταν βαρβαρότητα εναντίον του κυνηγετικού κόσμου και γενικά αντικοινωνική πράξη.

Δεν ήταν ο μόνος που στιγμάτισε την ψυχοπαθολογία της εποχής. Θυμάμαι τον ηθοποιό Μάικλ Κέιν να σχολιάζει την τεχνητή έλλειψη αλατιού, μια από τις πολλές τεχνητές ελλείψεις εκείνης της εποχής στην Αγγλία. Κάποιοι εκμεταλλεύονταν την πληθωριστική ψυχολογία και δημιουργούσαν τεχνητές ελλείψεις αγαθών. Προηγήθηκε η ζάχαρη και σύντομα ακολούθησε το αλάτι. Είπε λοιπόν ο Κέιν:

“Ζούμε σε ένα νησί όπου κανένα σημείο του δεν απέχει περισσότερο από 64 μίλλια από την θάλασσα. Και σε αυτό το νησί παραπονιόμαστε ότι έχουμε έλλειψη αλατιού. Μάλλον μας λείπει ο νους”.

Leave a Reply