Το πρόσφατο άρθρο για την προσαρμοστικότητα των αυτογεμών ερέθισε μερικούς αναγνώστες λάτρεις του δίκαννου. “Οσο προσαρμοστικό και αν είναι ένα αυτογεμές, ποτέ δεν θα έχει την αντοχή του δίκαννου” ήταν χαρακτηριστική αντίδραση.
Η μαγική λέξη είναι “εξαρτάται”, τι εννοούμε με αντοχή και πως την κρίνουμε. Μια γρήγορη ματιά σε δελτία ειδήσεων και εφημερίδες και κάπου εκεί θα δούμε το πανταχού παρών Καλάσνικοβ να ρίχνει ριπάς, να σύρεται σε χώματα και πέτρες, και η λέξη αντοχή αρχίζει να παίρνει τις δέουσες διαστάσεις σε ότι αφορά τα πυροβόλα όπλα.
Το Καλάσνικοβ είναι μεν στρατιωτικό όπλο, όμως έχει μηχανισμό αερίων, που μοιάζει αρκετά με τον μηχανισμό των λειόκαννων αυτογεμών. Επιπλέον το Καλάσνικοβ δεν είναι κατασκευασμένο από προσεγμένα υλικά, από λαμαρίνα πρεσσαριστή είναι η βάση και όταν το ανοίξετε θα δείτε ότι το κλείστρο του παλινδρομεί στον… αέρα, χωρίς καμία επαφή στις εσωτερικές επιφάνειες της βάσης. Αυτή η φαινομενικά φτηνή κατασκευή το καθιστά ανθεκτικό. Τα τεράστια κενά, σε σύγκριση με τις τέλειες εφαρμογές του καλού δίκαννου, επιτρέπουν σε σκόνες και άμμο να περάσουν μέσα από τον μηχανισμό χωρίς να τον μπλοκάρουν. Επίσης τα κενά δεν δημιουργούν τριβές μεταξύ κλείστρου και βάσης που θα οδηγούσαν σε φθορά των μεταλλικών επιφανειών. Με άλλα λόγια το Καλάσνικοβ, αυτό το τέρας αντοχής, αντέχει λόγω των υπολογισμένων ανακριβειών της κατασκευής του, ένα από τα πολλά παράδοξα στον κόσμο των όπλων.
Στα λειόκαννα που θα προορίζονται για κυνηγετική και σκοπευτική χρήση οι προτεραιότητες και οι συνθήκες χρήσης είναι άλλες. Ο χρήστης αναζητά εκτός από αξιοπιστία σε αντίξοες συνθήκες και την απόλαυση της χρήσης, και αυτό σημαίνει ομαλή λειτουργεία σε κάθε στάδιο χρήσης, ακόμα και στην απασφάλιση. Οταν πιέζεται το κουμπάκι της ασφάλειας το θέλουμε να κάνει εκείνο το θετικό, σίγουρο κλίκ, χωρίς αίσθηση τριβής και δυσκολίας. Αυτή η απόλαυση βασίζεται στην καλή εφαρμογή μεταξύ μεταλλικών μερών και αυτή η εφαρμογή επιβάλλει επαφή μεταλλικών επιφανειών και τριβές.
Το πόσο θα αντέξουν δύο μεταλλικές επιφάνειες που τρίβονται μεταξύ τους εξαρτάται σε ένα μεγάλο ποσοστό από την συντήρηση και την λίπανση που θα δεχτούν. Εχουμε δηλαδή μια κατάσταση αντίθετη με του Καλάσνικοβ, αντί για κενά έχουμε πολλές επιφάνειες σε επαφή και αυτή επιβάλλει λείανση και απομάκρυνση ξένων υλικών που θα επιφέρουν φθορά. Εδώ ανακύπτει ένα ακόμη παράδοξο, το αίτιο της φθοράς στα όπλα, η οποία δεν προέρχεται από την χρήσή με την στενή έννοια της λέξης.
Ενας Αμερικανός συνάδελφος υπολόγισε ότι ένα κυνηγετικό όπλο βλέπει ενεργό χρήση μόλις μερικών λεπτών σε μια “ζωή” πολλών χρόνων. Οι υπολογισμοί του βασίζονται στον χρόνο που διαμεσολαβεί από την πυροδότηση έως την έξοδο της γόμωσης από την κάννη, χρόνο που κυμαίνεται γύρω στα τέσσερα χιλιοστά του δευτερολέπτου. Ενα εκατομμύριο βολές που διαρκούν τέσσερα χιλιοστά του δευτερολέπτου η κάθε μια μας κάνουν συνολικά εξηνταέξη λεπτά. Τόσο δουλεύει ένα όπλο για να ρίξει 1000 000 βολές! Συγκρινόμενο με μια μηχανή εσωτερικής καύσης που αντέχει πολλαπλάσιες εκρήξεις στους κυλίνδρους της το όπλο την έχει σχετικά εύκολα. Τότε γιατί φθείρονται τα όπλα;
Το παλιό κυνηγετικό γνωμικό λέει ότι το όπλο λιώνει από το κουβάλημα και όχι από το ρίξιμο. Εκεί είναι το πρόβλημα. Κάθε βολή σημαίνει άνοιγμα και κλείσιμο, σημαίνει κουβάλημα στο βουνό, δέσιμο και λύσιμο. Κάθε έξοδος του όπλου στο σκοπευτήριο ή στον κυνηγότοπο, σημαίνει επαφή με σκόνη, έστω και ελάχιστη, που θα επικαθίσει πάνω σε λαδωμένο ατσάλι και αν μαζευτεί σε ικανή ποσότητα μετατρέπεται σε σμυριδαλοιφή που κυριολεκτικά τρώει το ατσάλι. Το πόσο λοιπόν αντέχει ένα κυνηγετικό όπλο βασίζεται στο πόσο καλή είναι η συντήρηση του και όχι απλά πόσο καλή είναι η κατασκευή του. Αν αφαιρείται το μίγμα σκόνης και λαδιού μετά από κάθε χρήση και αναπληρώνεται με νέο λάδι, τότε το όπλο, ακόμη και αν δεν είναι καλής ποιότητας, θα αντέξει και θα λειτουργεί για πολλά χρόνια. Αν αφεθεί να σωρευτεί σκόνη και λάδι σε κάθε επιφάνεια τότε τα πολλά μικρά “ρεκτιφιέ” που συμβαίνουν με κάθε άνοιξε-κλείσε θα το διαλύσουν σε ελάχιστο χρόνο.
Αν συγκρίνουμε μια καλής ποιότητας καραμπίνα με ένα ίσης ποιότητας δίκαννο, με δεδομένη την σωστή συντήρηση, τότε ποιο από τα δύο θα αντέξει περισσότερες βολές; Θεωρητικά το δίκαννο διότι έχει ελάχιστα κινούμενα μέρη. Το σίδερο της πάπιας πιέζει τους οπλιστήρες, που οπλίζουν τις σφύρες, που παγιδεύονται από τις σχαστηρίες. Οι κινήσεις κάθε τμήματος είναι μικρές, ενώ επίσης μικρές είναι και οι επιφάνειες κάθε τμήματος. Στην καραμπίνα έχουμε συγκριτικά μεγάλες διαδρομές, το κλείστρο παλινδρομεί πολλά εκατοστά καί όχι ελάχιστα χιλιοστά με κάθε βολή. Επίσης το κλείστρο έχει τεράστια επιφάνεια σε σύγκριση με τις σφύρες ενός δίκαννου πάνω στην οποία μαζεύει σκόνη και ξένα σώματα.
Ενώ η ζυγαριά τείνει προς το δίκαννο, πρακτικά η καραμπίνα είναι πιο εύκολη στην “βαθιά” συντήρηση. Η κατασκευή αυτογεμών είναι τέτοια που επιτρέπει την πρόσβαση σε σημεία που στο δίκαννο σπάνια θα δούν συντήρηση, όπως πχ στον πυροδοτικό μηχανισμό και στη βελόνα. Βέβαια αυτό έχει σημασία αν γίνεται. Στην πράξη οι περισσότεροι είμαστε εξίσου αμελείς με τα δίκαννα όσο και με τις καραμπίνες.
Στην τελική ανάλυση πρέπει να σκεφτούμε και το κόστος που συνεπάγεται η χρήση ενός κυνηγετικού όπλου μέχρι “τελικής πτώσης”. Αν υπολογίσουμε ότι ένα μέτριας ποιότητας όπλο θα αντέξει 50 000 βολές, και ότι η κάθε βολή κοστίζει περίπου 30 λεπτά (στα φτηνά φυσίγγια), τότε θα ξοδέψουμε πολλά λεφτά για να λιώσουμε ένα όπλο. Μακάρι να τα έχουμε να τα ξοδέψουμε και ας το λιώσουμε.
