ΨΥΧΑΓΩΓΙΑ ΜΗΔΕΝ;

Γιατί πάμε κυνήγι;

Οι απαντήσεις είναι πολλές: απόδραση από την ρουτίνα, συμμετοχή στη Φύση, αποκόμιση τροφής… Οποια και να είναι η απάντηση, ο κοινός παρονομαστής είναι η ψυχαγωγία.

Η λέξη ψυχαγωγία, σύμφωνα με μερικούς γλωσσολόγους ιστορικούς, μας έρχεται από τα αρχαία λατομεία. Οι σκλάβοι που δούλευαν στις αποπνικτικές σήραγγες οδηγούνταν στα κάθετα πηγάδια για να πάρουν ανάσα, ψυχή. Αυτή ήταν η ψυχαγωγία. Σήμερα η λέξη έχει πάρει άλλη έννοια, αλλά διατηρεί το νόημα της ανάσας από την ρουτίνα της δουλειάς.

Ωστόσο υπάρχουν δυνάμεις, ακόμη και δικές μας, που συμμαχούν στη μείωση της ψυχαγωγίας, μετατρέποντας την συμμετοχή στο κυνήγι σε μιαν οδυνηρή και πληκτική διαδικασία, μια από τα ίδια της καθημερινής ρουτίνας. Οι αντίπαλες δυνάμεις, οι δήθεν οικολόγοι, συνειδητά επιλέγουν την δυσχέρανση για να μειώσουν την απόλαυση. Οι δικοί μας όμως τι επιδιώκουν όταν μας κάνουν τη ζωή ποδήλατο;

Αρκεί μια ματιά στα επικρατούντα στο εξωτερικό για να κατανοήσουμε την απώλεια ψυχαγωγίας. Πρώτη χώρα σύγκρισης είναι η γειτονική Κύπρος. Η άδεια κυνηγίου βγαίνει εύκολα και γρήγορα, ακόμη και από το Διαδίκτυο. Το “εύκολα” είναι σημαντικό. Δεν σου ζητάνε να πας δύο φορές στον σύλλογο, να συμπληρώσεις έντυπα, να προσκομίσεις φωτοτυπίες της άδειας κατοχής όπλου. Δεν προηγείται η αγχώδης περίοδος πιθανολογήσεων, αυτό το απαράδεκτο “θα κυνηγήσουμε φέτος;”, “θα υπογράψει ο υπουργός τη Ρυθμιστική;”.

Αν πάμε σε μια πιο προηγμένη χώρα, το διεθνές κέντρο του “ελεύθερου δημοκρατικού κυνηγίου”, στην Αμερική, η απλότητα είναι συγκλονιστική. Τα πράγματα εκεί είναι πιο επίσημα, αλλά ακόμη πιο απλά. Η απόδειξη κυνηγετικής ικανότητας είναι η βεβαίωση ότι ο κυνηγός συμμετείχε σε σεμινάρια ασφαλείας, δεν υπάρχει ετήσια ανανεούμενη άδεια που δεν πιστοποιεί τίποτε. Η κυνηγετική άδεια χωρίζεται ανάλογα με το θήραμα (μικρό ή μεγάλο, για μονίμους κατοίκους της πολιτείας και ξένους) και ΑΓΟΡΑΖΕΤΑΙ ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ ΣΤΑ ΒΕΝΖΙΝΑΔΙΚΑ! Τόσο απλά!

Κατανοητή η πίεση των “αντί” κάθε είδους στην δυσχέρανση της διαδικασίας έκδοσης αδειών και της ρυθμιστικής. Η δική μας συμμετοχή και στήριξη αυτών των ψυχοφθόρων διαδικασιών προκαλεί σύγχυση.

Αραγε δεν κατανοούν οι ηγέτες του χώρου μας ότι η γραφειοκρατεία και η μόνιμη απειλή, ότι δηλαδή τελούμε υπό διαρκές καθεστώς αναίρεσης, διώχνει κόσμο από το κυνήγι; Ζούμε σε μια χώρα όπου η κατοχή και χρήση ενός κατ’εξοχήν αντιοικολογικού εργαλείου, όπως είναι το βενζινοκίνητο σκάφος αναψυχής, ή ακόμη και το ιδιωτικό αεροπλάνο (!), είναι πιο εύκολα από την έκδοση άδειας κυνηγίου. Εμείς όμως δεν διαμαρτυρόμαστε.

Το μόνιμο καθεστώς απειλής θεωρείται όχι μόνο φυσιολογικό, αλλά και απόδειξη της χρησιμότητας της συνδικαλιστικής μας δομής. Λες και δεν έχει άλλο σκοπό η οργάνωση μας πέρα από την διαρκή διατήρηση μιας εμπόλεμης κατάστασης. Και βέβαια, σε μια τέτοια κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, παραμερίζονται όσα προβλέπουν τα καταστατικά, μάλλον το ένα ενιαίο καταστατικό των συλλόγων μας.

Πρόκειται για κείμενο που ελάχιστοι έχουμε δει. Οταν το είδα για πρώτη φορά έμεινα έκπληκτος με την προνοητικότητα των σκοπών και από την παντελή έλλειψη εφαρμογής τους. Αρωγή μελών, αλληλοβοήθεια, συνεχή (δια βίου θα λέγαμε σήμερα!) εκπαίδευση, και πολλά άλλα προβλέπονται απο το καταστατικό. Αυτά έχουν πάει περίπατο εν όψει της διαρκούς επιφυλακής για την ρημάδα την ετήσια ρυθμιστική.

Πρωταρχικός στόχος είναι η διατήρηση καλών σχέσεων με πολιτικούς ώστε να έχουμε τα ερείσματα όταν έλθει η ώρα της ρυθμιστικής να μην μας κόψουν χώρο, χρόνο, θηρεύσιμα. Η γιορτή για το κόψιμο της πίττας είναι μια ετήσια κορύφωση των προσπαθειών, όπου βλέπουμε αποσβωλομένοι διάφορους πολιτικούς να απευθύνουν χαιρετισμούς και να δηλώνουν κατανόηση και υποστήριξη. Και λίγους μήνες μετά, όταν γίνονται οι παγκοσμίως μοναδικές “διαβουλεύσεις” για την ρυθμιστική, οι ίδιοι πολιτικοί είναι άφαντοι.

Ανεχόμαστε το ανατολίτικο παζάρι της ρυθμιστικής, χωρίς να φωνάζουμε το πασιφανές: ότι δεν είναι διαδικασία προηγμένης χώρας, όπως αποδεικνύεται από το εξώφθαλμο γεγονός ότι δεν υπάρχει ΠΟΥΘΕΝΑ αλλού. Είναι ένα ανατολίτικο παζάρι που μας φορτώθηκε από μια στρεβλή άποψη περί των οικολογικών όπως ομολογεί στο βιβλίο του ο δικαστής που το επέβαλε. Εμείς όμως υποκύπτουμε και το δεχόμαστε.

Η αποδοχή έχει κόστος. Φθείρει τον κόσμο μας. Και στην εποχή που διανύουμε πολλοί κυνηγοί έχουν υποκύψει και έχουν πει το “αϊσιχτίρ βαρέθηκα”. Οσοι μπορούν κυνηγούν στο εξωτερικό όπου η διαδικασία συμμετοχής είναι απλή και διατηρείται ακόμη η έννοια της ψυχαγωγίας. Οσοι δεν μπορούν να αντέξουν το βάσανο σε μια εποχή οικονομικής δυσπραγίας δεν κυνηγούν. Τόσο απλά. Και μπροστά σε αυτή τη μείωση η ηγεσία μας ψάχνει ένα ακόμη “μηχανικίστικο” κόλπο μέσω των αδειών κατοχής για να φέρει κόσμο στους συλλόγους. Δηλαδή επαυξάνει το γραφειοκρατικό βάσανο. Ξέρετε τον ορισμό της τρέλας: ότι επαναλαμβάνεις το ίδιο πείραμα ελπίζοντας για διαφορετικό αποτέλεσμα.

Ξαναφέρτε την ψυχαγωγία στο κυνήγι φίλτατοι, και τα υπόλοιπα θα ακολουθήσουν από μόνα τους.

==================

Σε επόμενα άρθρα θα δούμε πως άλλες χώρες απλοποιούν τις διαδικασίες, μέσα στο γενικότερο πλαίσιο καταπολέμησης της γραφειοκρατείας και ΑΥΞΑΝΟΥΝ τους κυνηγούς τους.

Leave a Reply