ΚΟΥΝΕΛΙΑ- ΤΕΛΟΣ ΕΠΟΧΗΣ;

aegina1990-3

Το προτιμόμενο κουνελοτόπι μου είναι μια αμφιθεατρική πλαγιά διαστάσεων περίπου 400 επί 400 μέτρων. Παλαιότερα έσπερναν εκεί βίκο. Φέτος έσπειραν ένα κτίσμα στη μέση ακριβώς του χώρου. Κομπλέ με αριθμό αδείας, το βρήκα στο στάδιο του καλουπώματος, με τα σίδερα και τα πλέγματα να δεσπόζουν στο άλλοτε αμόλυντο τοπίο. Και τρία λυτά σκυλιά να γαβγίζουν ασταμάτητα από το χάραμα ως το βράδυ.

Πάντα είχαμε “θέμα” με έναν κύριο που υποθέτω είναι ιδιοκτήτης της γης αυτής. Οταν με έβρισκε στις 14 Σεπτεμβρίου να κατοπτεύω τον χώρο για ίχνη κουνελιών έβγαζε ένα χείμαρρο παραπόνων για τους κυνηγούς.

“Να μη μείνει πέρδικα στο νησί, αυτό θέλουν!” ήταν ένα μόνιμο παράπονο. Στα τριάντα χρόνια που κυνηγώ τον χώρο δεν είδα ποτέ μου περδικοκυνηγό, ούτε κυνηγό με σκύλο φέρμας, εκτός από έναν που ήλθε με ένα κόκκινο Citroen BX και δύο Κούρτσχααρ και κυνήγησε κουνέλια, το 1996 ή 1997.

“Μπαίνουν μέσα στο χωράφι με το 4Χ4 για να βρουν το κουνέλι με τα φώτα!” ήταν το άλλο του παράπονο. Εβλεπα γύρω μας το θερισμένο και φρεζαρισμένο χωράφι, και δεν μπορούσα να καταλάβω τι θα έψαχναν εκεί οι εισβολείς. Τα μόνα ίχνη τροχών ήταν από το τρακτέρ που φρεζάρισε.

Αν και προφασιζόταν αγάπη για τις πέρδικες, που δεν προτιμούσαν εκείνη τη μεριά του νησιου, ποτέ δεν είδα καμία φροντίδα ή προσπάθεια για να ωφεληθούν οι πέρδικες. Το πρώιμο φρεζάρισμα, η αφαίρεση της σιτοκαλαμιάς, η παντελής έλλειψη νερού, ήταν ο κανόνας.

Το ότι τα κουνέλια έκαναν ζημιά το ομολογούσε το μποστάνι που κάποτε έβαζε ο ιδιοκτήτης και το προστάτευε με πλέγμα ενός μέτρου. Οταν ρωτούσα για ζημιές η απάντηση ήταν “τι ζημιά να σου κάνουν τα κουνέλια! Εδώ έρχεται ο άλλος και σκαρφαλώνει δέντρα για να στήσει καρτέρι!”

Το περίεργο είναι ότι ποτέ, μα ποτέ, δεν ρώτησε γιατί φωτογράφιζα χνάρια κουνελιών, τα γεράκια που πετούσαν από πάνω μας, ή ακόμα και αράχνες. Δεν τα έβλεπε, τα είχε δει τόσες φορές που έπαψαν να του κινούν το ενδιαφέρον, δεν ξέρω.

Φέτος κατάλαβα το πρόβλημα του. Το πρόβλημα ήταν το γεγονός ότι για μια ημέρα τον χρόνο έρχονταν “ξένοι” και κυνηγούσαν στην ιδιοκτησία του. Τόσο κρατούσε το κυνήγι κουνελιού από τους “ξένους”, μια το πολύ δύο μέρες. Τον υπόλοιπο χρόνο κυνηγούσαν αραιά και που μόνο οι ντόπιοι, κυρώς γείτονες του, στους οποίους δεν μπορούσε να φέρει καμία αντίρρηση, και οι οποίοι ποτέ δεν θα προξενούσαν καμία ζημιά.

Εκεί λοιπόν, στη μέση ακριβώς αυτού του αμφιθεατρικού σιτοχώραφου βλάστησαν μπετόβεργες, καλούπια, η πινακίδα με τον αριθμό άδειας οικοδομής και ένας δρόμος, ξυρισμένος με μπουλντόζα και όχι μισητά 4Χ4, πλάτους πέντε μέτρων.

Καθώς έβλεπα το παράταιρο αυτό θέαμα από το καρτέρι μου το απόγευμα της 15ης Σεπτεμβρίου, αναρωτιόμουν για τους αρχιτέκτονες και μηχανικούς που έκαναν την “μελέτη” του χώρου και του κτίσματος.

Το εκπαιδευτικό μας σύστημα ειδικεύεται στην παραγωγή ανθρώπων με άποψη, ενίοτε “αποψάρα” επί των περιβαλλοντικών. Πως είδαν αυτοί οι επιστήμονες, σκεφτόμουν, την ιδέα να κτιστεί ένα μπετονένιο κτίσμα μέσα στη μέση ακριβώς ενός αμφιθεατρικού χωραφιού; Πως έκριναν την προέκταση των δικτύων ηλεκτρικού και νερού 300 μέτρα από την άσφαλτο, καθώς και ενός δρόμου πλάτους 5 μέτρων.

Κατάλαβε κανείς ότι η ιδιοκτησία στο νησί είναι πολύτιμη ακριβώς επειδή υπάρχει ακόμα “εξοχή”, δηλαδή άκτιστος χώρος; Και ότι η ουσιαστική αξία κάθε κτίσματος μειώνεται με την πρόσθεση κάθε νέου; Αναρωτήθηκε κανείς για την παν-Μεσογειακή φούσκα ακινήτων λόγων τεράστιας υπερπροσφοράς;

Σκεφτόμουν και τον Δασικό Κώδικα με την απαγόρευση του κυνηγίου σε ακτίνα 150 μέτρων από “μεμονωμένες αγροικίες”. Μια κίνηση περιβαλλοντικής απελπισίας κατάφερε να καταστρέψει το κυνήγι, ενώ υποβάθμισε τον χώρο και όλη την πλαγιά που πιο πάνω φιλοξενεί τα παλιά κελλιά μοναχών.

Μέσα στις σκέψεις μου αντιλαλούσαν και οι έντονες αντιρρήσεις που εξέφρασαν ηγετικά στελέχη του χώρου μας για την αναγνώριση κυνηγετικής χρήσης γης. Αυτό παλιά, όταν είχε αρχίσει η εφαρμογή του κτηματολογίου. “ΟΧΙ! Θα βρουν πάτημα να μας περιορίζουν μόνο εκεί που χαρακτηρίζεται ο χώρος κυνηγετικός!” έλεγαν κραυγάζοντας. Η ειρωνεία είναι ότι αν υπήρχε αυτός ο χαρακτηρισμός δεν θα βλαστούσε το μπετόν σαν μανιτάρι παντού.

Αναπολούσα τις συζητήσεις με τον Αγγλο καθηγητή Potts που μας είχε εξιστορήσει πως τα αγροκτήματα στην Ισπανία αναπτύσσουν το κυνήγι κουνελιού. “Σε ένα μόνο αγρόκτημα στην νότιο Ισπανία εισπράττουν 90 000 λίρες ετησίως από το κυνήγι κουνελιού!” μας είπε. Εκεί βέβαια έχουν “ρεζέρβες” ενώ εδώ έχουμε μπετόν στον ελεύθερο κυνηγότοπο.

Αυτά και άλλα από τις εμπειρίες 35 χρόνων στο συγκεκριμένο χώρο με οδήγησαν στο τελικό συμπέρασμα ότι ίσως να έχουν δίκιο όσοι γράφουν κανονικά τα ελληνικά κυνηγοτόπια, πάνε στο εξωτερικό και δίνουν τα χρήματα τους. Εκεί έξω τα έσοδα πάνε εκεί που πρεπει και ενισχύουν το κυνηγετικό καθεστώς της γης, και όσοι πάνε τα βρίσκουν κάθε χρόνο και καλύτερα. Εγώ που ήμουν πατριώτης εισέπραξα 35 χρόνια παράπονα και έμμεσες προσβολές, επιστρατεύοντας υπομονή, καρτερία και συμπάθεια για τον γεωργό, δίνοντας το καλό παράδειγμα. Υπολόγισα ότι έδινα γύρω στα 150 Ευρώ στην τοπική οικονομία κάθε 15 Σεπτεμβρίου. Και επέμενα, παρά τα φτωχά αποτελέσματα, και πήγαινα κάθε χρόνο για τριάντα χρόνια.

Και όπως και πολλοί άλλοι, σε διαφορετικούς τομείς και για διαφορετικούς λόγους ο καθένας, αισθάνθηκα εντελώς μαλάκας.

Leave a Reply