Καθώς αυξάνονται τα περιστατικά επιθέσεων λύκων σε κυνηγετικά σκυλιά πάνω στο κυνήγι, η απόσταση από τον κυνηγό γίνεται σημαντικός παράγοντας ασφάλειας του σκύλου. Οσο πιο μακριά ανοίγεται από τον άνθρωπο, τόσο πιο ευάλωτο είναι ένα σκυλί σε επίθεση λύκου. Η πλατιά, στρωτή έρευνα του πουλόσκυλου, τα μεγάλα λασέ, θεωρούνται από πολλούς προτέρημα, αφού επιτρέπουν στο σκυλί να “σαρώνει” μεγάλη έκταση. Με το λύκο στην περιοχή τα μεγάλα ανοίγματα δημιουργούν νέα δεδομένα.
Οι σχέσεις λύκων και σκύλων έχουν προβληματίσει αρμόδιους άλλων χωρών. Αξίζει να δούμε μια αναφορά από την επίσημη ιστοσελίδα της πολιτείας της Ουάσιγκτον, (στις δυτικές ΗΠΑ, καμία σχέση με την πρωτεύουσα Ουάσιγκτον). Η πολιτεία είναι στην ακτίνα εξάπλωσης λύκων που επανήλθαν στην περιοχή μετά από απόφαση της επαναφοράς στο φυσικό τους περιβάλλον από το οποίο είχαν εκλείψει για έναν αιώνα.
Λέει λοιπόν η πολιτειακή ιστοσελίδα:
“Οι λύκοι αντιλαμβάνονται τα σκυλιά ως ανταγωνιστές ή ως εισβολείς στο χώρο τους και έχουν επιτεθεί σε σκύλους και τους έχουν σκοτώσει, ειδικά σε απομονωμένες περιοχές”
“Οι ιδιοκτήτες σκύλων θα πρέπει να κατανοήσουν τον πιθανό κίνδυνο για τους σκύλους τους όταν βρίσκονται σε βιότοπο του λύκου, ειδικά σε περιπτώσεις που οι σκύλοι φυλάνε ζώα, στο κυνήγι, σε εκδρομές και όταν οι σκύλοι αφήνονται ελεύθεροι να τρέξουν μόνοι τους.”
Οι προειδοποιήσεις των αρχών βασίζονται σε περιστατικά και σε μελέτες. Εκεί, στην Αμερική, τα όργανα του δασαρχείου υποχρεούνται να ερευνήσουν επιθέσεις άγριων ζώων εντός 48 ωρών και να συντάξουν αναφορά για τα συμβάντα. Επιπλέον, μελετητές του λύκου παρακολουθούν στενά την κατάσταση διότι από ολα τα ζώα που σκοτώνει ο λύκος, αυτό που δημιουργεί τις πιο αρνητικές εντυπώσεις στο ευρύ κοινό είναι ο φόνος σκύλου, ειδικά όταν πρόκειται για σκύλο συντροφιάς. Το γεγονός ότι αυτές οι επιθέσεις εναντίον σκύλων συντροφιάς γίνονται μέσα σε οικισμούς, συχνά μέσα σε αυλές, κάνει το πρόβλημα των “δημοσίων σχέσεων” ακόμη πιο έντονο.
Ο ερευνητής Palviainen το 2000 μελέτησε το θέμα της αποδοχής του λύκου σε μέρη όπου είχε επανεισαχθεί και πρώτος σημείωσε τις επιπτώσεις στην κοινή γνώμη από απώλειες σκύλων. Οι επιστήμονες Fritts και Paul είχαν ήδη μελετήσει επιθέσεις σε κυνηγόσκυλα από το 1989 στη Μινεσότα και αναφέρουν ότι οι λύκοι στοχοποιούσαν τα σκυλιά, στο κυνήγι και αλλου, συχνά φτάνοντας σε σημείο να μπαίνουν σε ανθρώπινους οικισμούς για να σκοτώσουν σκύλους.
Οι επιστήμονες Kojola και Kuttinen μελέτησαν τις επιθέσεις λύκων σε σκύλους στη Φινλανδία και αναφέρουν ότι η έλλειψη τροφής στη μορφή οπληφόρων θηραμάτων δεν συνδέεται με τις επιθέσεις λύκων σε σκυλιά. Παρατήρησαν ότι οι επιθέσεις συνέβαιναν σχεδόν αποκλειστικά το χειμώνα, από μεμονωμένους λύκους σε κατοικημένες περιοχές και από τουλάχιστον δύο λύκους στον κυνηγότοπο.
Το αναπόφευκτό συμπέρασμα που βγαίνει από τις επιστημονικές αναφορές, παρά την προσεκτική διατύπωση με επιστημονική αντικειμενικότητα, είναι ότι οι λύκοι θεωρούν τον σκύλο θήραμα, τον σκοτώνουν και τον τρώνε. Μερικοί λύκοι έχουν ιδιαίτερη προτίμηση στο σκύλο, σε βαθμό που διακινδυνεύουν επαφή με τον άνθρωπο, ακόμη και οπλισμένο άνθρωπο, για να σκοτώσουν σκύλους. Ενα ενδιαφέρον στοιχείο που δίνουν οι Φινλανδοί μελετητές Kojola και Kuttinen είναι ότι οι λύκοι εντοπίζουν σκύλους Σπιτζ από το κλαφουνητό τους στο κυνήγι. Οι σκύλοι Σπιτζ όταν εντοπίσουν σκοτωμένη άλκη μένουν εκεί και κλαφουνούν για να δώσουν στίγμα στους κυνηγούς. Οταν ο Σπίτζ είναι πάνω στο θήραμα είναι εξ ορισμού μόνος και μακριά από τους κυνηγούς. Προφανώς αυτό το στίγμα χρησιμοποιούν οι λύκοι για να εντοπίσουν τη λεία τους και έχουν αποκτήσει γνώση ότι το θύμα είναι μόνο.
Αν οι λύκοι είναι ικανοί να χρησιμοποιήσουν το κλαφουνητό για να εντοπίσουν σκύλους, λογικό είναι ότι θα χρησιμοποιούν και άλλα “δεδομένα” όπως το κουδούνι του μπεκατσόσκυλου, το μπήπερ, τον ήχο καθώς και την μυρωδιά του ζώου που καλπάζει απομακρυσμένο από τον κυναγωγό του, απορροφημένο στη δουλειά. Ενα τουλάχιστον βίντεο από ελληνικό περιστατικό δείχνει λύκο να ζυγώνει ιχνηλάτη σε εκπαιδευτικό στα εξήντα περίπου μέτρα από τον κυναγωγό. Ενα πόιντερ μεγάλης έρευνας μπορεί να απομακρυνθεί εκατοντάδες μέτρα από τον ιδιοκτήτη του. Ολοι έχουμε ακούσει για σκυλιά ανοικτής έρευνας που φτάνουν “τον επόμενο νομό”.
Αυτή η απόσταση από τον κυνηγό σε περιοχή που δρουν λύκοι προβληματίζει. Ο μοναδικός προστάτης του κυνηγόσκυλου σε μια επαφή με λύκο είναι η παρουσία του ανθρώπου. Η αποτρεπτική επίδραση της παρουσίας μειώνεται όσο μεγαλώνει η απόσταση μεταξύ σκύλου και κυνηγού και το ουσιαστικό στοιχείο είναι ο χρόνος αντίδρασης. Οι λύκοι δεν είναι σκύλοι, όταν επιτίθενται το κάνουν με την εμπειρία ζώου που σκοτώνει για να επιβιώσει, δυναμικά και γρήγορα, χωρίς προπαρασκευαστικές αψιμαχίες. Δεν υπάρχει χρόνος για να καλύψει ο κυνηγός εκατοντάδες μέτρα για να φτάσει το σκύλο του και δεν υπάρχει κανένα μέτρο αποτροπής σε τόση μεγάλη απόσταση.
Για να είμαστε σαφέστατοι: αποτροπή είναι οι φωνές, οι βολές στον αέρα, το τρέξιμο προς το σκύλο. Ποτέ δεν ρισκάρουμε τραυματισμό του λύκου, ούτε με πέτρες. Οσα πειστήρια και αν προσκομιστούν δεν γλυτώνετε την μήνυση σε περίπτωση που πάθει κάτι ένας λύκος.
Ο σκύλος που δουλεύει στο ορατό πεδίο του κυνηγού, που ελέγχει συχνά για να βεβαιωθεί ότι βρίσκεται σε επαφή με το αφεντικό είναι σαφώς πιο ασφαλής από έναν που ανοίγεται μακριά. Και εδώ μπαίνει ο παράγων κυνηγετική κυνοφιλία και η απόλαυση της δουλειάς ενός καλπαστικού σκύλου φέρμας, ειδικά του σκύλου ανοικτής έρευνας.
Αξίζει να θυμόμαστε ότι οι σκύλοι ανοικτής έρευνας εξελίχθηκαν σε χώρες από όπου ο λύκος είχε εκλείψει. Στην Αγγλία είχαν μειώσει το λύκο από τον 18ο αιώνα και οι φυλές μεγάλης έρευνας, τα πόιντερ και τα σέττερ σταθεροποίθηκαν πολλά χρόνια αργότερα. Στη Ηπειρωτική Ευρώπη οι φυλές φέρμας σταθεροποίηθηκαν ακόμη πιο πρόσφατα, αφού δηλαδή έφυγε ο λύκος απο τις πεδιάδες τους. Ενα μεγάλο στοιχείο στην εξέλιξη των φυλών αυτών είναι η απόλαυση του θεάματος, που προσφέρουν αυτοί οι σκύλοι καθώς καλύπτουν πολύ έδαφος στη φάση της έρευνας. Αυτά άλλωστε είναι και τα στοιχεία που κερδίζουν πόντους σε έναν αγώνα. Και αυτά δεν γίνονται με άνεση και ανεμελιά όταν στην περιοχή καραδοκούν λύκοι.
Ο λύκος είναι πανευρωπαϊκά προστατευόμενος και αυξανόμενος, και δεν διαφαίνεται καμία τάση ελέγχου, τουλάχιστον οχι πριν πλήξει τα οικονομικά συμφέροντα των βορείων κτηνοτρόφων. Αρα η αύξηση του και η επίδραση του στο χώρο θα εντείνονται με τον χρόνο. Ηδη έχουμε καταγραφή λύκων στο περιαστικό περιβάλλον της πρωτεύουσας και επιθέσεις σε κυνηγετικά σκυλιά εξήντα χιλιόμετρα από την Ομόνοια. Πέρυσι δημοσιεύθηκε φωτογραφία από κάμερα στην Πάρνηθα που δείχνει καθαρά οκτώ λύκους σε μια λήψη.
Το ερώτημα είναι κατά πόσο η παρουσία λύκων θα επιδράσει στις επιλογές του κυνόφιλου κυνηγού. Πόσα συμβάντα χρειάζονται για να οδηγήσουν στη σκέψη “καλή μεν η μεγάλη έρευνα, αλλά πιο ασφαλής η κοντινή και η οπτική επαφή με το σκύλο”. Οσοι έχουμε μιλήσει με ανθρώπους που έχασαν σκύλο από λύκο γνωρίζουμε πόσο τραυματική είναι η εμπειρία. Καθώς αυτές οι εμπειρίες αυξάνονται και αρχίσει να εμπεδώνεται η αντίληψη του ρίσκου της μεγάλης έρευνας τα πράγματα ίσως να αλλάξουν και μαζί οι επιλογές των κυνηγών όταν σκέφτονται να αποκτήσουν σκύλο.
Οσο για τους υπόλοιπους μη κυνηγούς κυνόφιλους, εκεί η αντίδραση θα είναι μάλλον πιο δραματική. Η Πάρνηθα είναι χώρος περιπάτου για κυνόφιλους ενώ πολλοί κάτοικοι στην γύρω περιοχή έχουν σκύλους. Αν όχι αυτό τον χειμώνα, τον επόμενο, θα έχουμε κάποια επαφή λύκων με σκύλους στην Πάρνηθα. Και τότε θα δούμε κατά πόσον η ελληνική κοινωνία είναι έτοιμη να ζήσει πραγματικά κοντά στη Φύση και να βιώσει τους νόμους της. Στην πολιτεία της Ουάσιγκτον έλυσαν το δίλημμα και συμβουλεύουν το κοινό: “οι λύκοι συνηθίζουν την ανθρώπινη παρουσία σε περιοχές όπου συναντούν ανθρώπους τακτικά ή βρίσκουν ανθρώπινη τροφή. Για να αποφευχθεί αυτή η συνήθεια οι λύκοι δεν πρέπει ποτέ να προσεγγίζονται ή να αφήνονται να πλησιάσουν ανθρώπους”. Εκεί έπαθαν και έμαθαν.
