
Μέχρι το 1976 η γενική αντίληψη για το κρασί ήταν ότι μόνο η Ευρώπη παράγει καλά κρασιά και ότι μόνο η Γαλλία παράγει μεγάλα κρασιά.
Η αντίληψη ανατράπηκε με τον πιο δραματικό τρόπο το 1976, που ήταν η 200ή επέτειος της ίδρυσης των Ηνωμένων Πολιτειών.
Το 1976 ένας Αγγλος, ο Steven Spurrier, που τότε είχε μια μικρά κάβα και κέντρο οινογνωσίας στο Παρίσι, για να γιορτάσει την επέτειο οργάνωσε μια τυφλή γευσιγνωσία κρασιού με κριτές κορυφαίους Γάλλους οινογνώστες. Τα κρασιά ήταν τέσσερα αμερικανικά ερυθρά, τέσσερα λευκά και ισάριθμα γαλλικά από τους καλύτερους γαλλικούς αμπελώνες.
Οι Γάλλοι κριτές, κρίνοντας χωρίς να γνωρίζουν την ταυτότητα των κρασιών, παμψηφεί έβγαλαν τα αμερικανικά κρασιά πρώτα.
Τι σχέση έχουν τα κρασιά με τα όπλα; Ως προϊόν καμία, σε ότι αφορά αντιλήψεις και κρίσεις τα πάντα!
Οταν εμφανίστηκαν τα πρώτα ιταλικά όπλα ύψιστης ποιότητας, όπως τα Piotti, Zanotti, Gamba και άλλα, οι Αγγλοι σχολιαστές, ανάμεσα του και ο αείμνηστος Γκαφ Τόμας, θαύμασαν την κατασκευαστική ποιότητα αλλά βρήκαν πάτημα το ένα πράγμα που δεν μπορούσε να καταλογιστεί στα νέα τότε ιταλικά όπλα: την αντοχή στο χρόνο.
Δεν ξέρουμε την ποιότητα της σκλήρυνσης, δεν ξέρουμε την ποιότητα των ατσαλιών και άλλα παρόμοια γράφονταν στον αγγλικό κυνηγετικό τύπο μετά από κάθε Game Fair κατά την δεκαετία του 1980.
Ο χρόνος πέρασε, τα ιταλικά best απέδειξαν την αντοχή τους και την ουσιαστική ποιότητα τους και τότε βγήκε μια νέα, εντελώς απρόσμενη δικαιολογία. Τα ιταλικά όπλα είναι υπερβολικά τέλεια! Αυτό το αψεγάδιαστο φινίρισμα στα μεταλλικά μέρη παραείναι καλό και ξενίζει, έλεγαν. Το χειροποίητο κάπου πρέπει να έχει τα σημάδια της δουλειάς στο χέρι. Αυτή την άποψη την άκουσα πρώτο χέρι από τον Ρίτσαρντ Σαιντ Λέτζερ όταν είχε έλθει ως φιλοξενούμενος του Ντίνου Παπατσαρούχα.

Δεν έλεγαν τίποτε για το ζύγισμα και την αίσθηση στα χέρια διότι το θέμα αυτό είχε απαντηθεί, κάπου στις αρχές της δεκαετίας του 1980 με μια “τυφλη” κρίση, παρόμοια με την τυφλή κρίση των κρασιών το 1976.
Ενας Αγγλος δημοσιογράφους του κυνηγετικού τύπου, κάλεσε συναδέλφους κυνηγούς και περιστασιακούς σκοπευτές να κρίνουν με καλυμμένα τα μάτια πέντε όπλα και να αποφανθούν για το ποιο είχε τo καλύτερο ζύγισμα και την καλύτερη αίσθηση στα χέρια. Τα τέσσερα ήταν αγγλικά πρωτοκλασάτα πλαγιόκαννα. Νικητής ήταν το πέμπτο δίκαννο, ένα ταπεινό 16άρι Bernardelli Elio.
Εχασα το απόκομμα από το περιοδικό στο οποίο είχε δημοσιευθεί η δοκιμασία των πέντε όπλων. Ισως κάπου να υπάρχει στα ηλεκτρονικά σκαναρίσματα και έτσι θα έχουμε τα ονόματα των τεσσάρων αγγλικών ανταγωνιστών του Elio.
Ωστόσο η υπόθεση δίνει βάση, για μια ακόμη φορά, στην αγγλική ρήση “αγόρασε το όπλο και όχι το όνομα”. Είναι εκπληκτική η αξία που δίνουν ερασιτέχνες και επαγγελματίες στο όνομα. Επιμονή που δείχνει ότι ίσως οι περισσότεροι δεν έχουμε πεποίθηση στη γνώση μας και στην αίσθηση μας και επιλέγουμε την ασφάλεια ενός ονόματος που κρίνεται “εμπορικό”. Αυτά καταλήγουν στην περιφρόνηση μερικών αξιόλογων όπλων που δεν βρίσκουν την πρέπουσα ανταπόκριση όταν είναι σε παραγωγή και ανάγονται σε συλλεκτικά όταν δεν παράγονται πια. Αυτό λέγεται έχοντας υπόψη τις τεχνικές προδιαγραφές του Elio και πως αυτές θα κρίνονταν από έμπειρους κυνηγούς και από επαγγελματίες οπλοπώλες.
Το Elio είχε κάννες με συγκόλληση χελιδονοουράς, ούτε ντεμί μπλόκ ούτε μονομπλόκ. Είχε κοντάκι με τζαβέτα και όχι τις εγκάρσιες βίδες των πρωτοκλασάτων δίκαννων. Το κοντάκι ήταν φινιρισμένο με κάποιο βιομηχανικό λάδι, οι κάννες με γρήγορη βαφή, το σκάλισμα ήταν μηχανής. Το ζύγισμα όμως σε διαμέτρημα 16 ήταν άκρως επιτυχημένο!
Σήμερα το Elio εντάσσεται στην κατηγορία των “συλλεκτικών” με ανάλογη αξία, όταν ο Τουφεξής το πουλούσε 11000 δραχμές δεν δίναμε σημασία.
