ΟΙ ΠΑΝΤΟΦΛΕΣ ΤΟΥ ΠΙΠΠΑ

pantofla

Μυθιστόρηματική αφήγηση, οποιαδήποτε ομοιότης με αληθινά πρόσωπα και καταστάσεις είναι εντελώς τυχαία.

Ο Πίππας ήταν η πεμπτουσία του Ελληνάρα. Ευτραφής, χοντροκέφαλος, αναιδής, τραχύς ακόμη και για Ελληνάρα. Ηταν ο τύπος ανθρώπου που ακούει συνομιλία στο διπλανό τραπέζι, και επεμβαίνει αυθαίρετα για να πει σε έναν από τους συνομιλητές ότι λέει βλακείες.

Το ότι κανείς δεν τον πλάκωσε στις φάπες οφείλεται στο χρήμα. Ο Πίππας ήταν πλούσιος, πάμπλουτος. Διέθετε ελικόπτερο για επιδρομές στα Στροφάδια και άλλα ερημικά σημεία της χώρας. Είχε παρατρεχάμενους που μεγάλωναν και φορμάριζαν τα σκυλιά του διότι ο ίδιος σιχαινόταν τα σκυλιά. Παραμονές του ανοίγματος της πέρδικας σκοπευτήρια έκλειναν για να προπονηθεί ο Πίππας.

Κάποτε τόλμησα και ρώτησα τον Πίππα γιατί κανένας Έλληνας λεφτάς δεν έκανε ότι κάνουν οι λεφτάδες κυνηγοί στην αλλοδαπή, φτιάχνοντας κυνηγετικά αγροκτήματα ή χρηματοδοτώντας ένα ίδρυμα κυνηγετικών ερευνών, κάτι όπως τον Βρετανικό Οργανισμό Θηραματοπονίας.

“Να δίνω εγώ φράγκα για να βρίσκουν να κυνηγάνε οι βλάχοι. Σκεφτόσουν καιρό να κατεβάσεις αυτή τη μαλακία;” ήταν η απάντηση του Πίππα, και συνέχισε: “πήγαινε πρώτα εκεί έξω να δεις τι γίνεται και μετά έλα να λές μαλακίες. Εχω βαρεθεί να ακούω άσχετους να λένε το μακρύ τους και το κοντό τους”. Τότε είχα μόλις λίγα χρόνια στην Ελλάδα μετά από μια ζωή στην…. Αγγλία. Τουλάχιστον η ατάκα του Πίππα δεν ήταν το χιλιοειπωμένο “εδώ δεν είναι Αγγλία”.

Ετυχε η συζήτηση να γίνεται σε σκοπευτήριο, ενώπιον αγγλοσάξωνα σκοπευτή. “Γιατί εκνευρίζεται ο κύριος” ρώτησε ο φιλοξενούμενος.

“Συστήνει πριν μιλάμε για την Αγγλία να μαθαίνουμε τι γίνεται εκεί.”

“Σαφέστατα. Εχει υποχρέωση ο καθένας να μιλά για πράγματα που ξέρει ή να σκάει” απήντησε ο σκοπευτής. Ηταν ρεσιτάλ αγγλοσαξωνικού σαρκασμού εις βάρος του Πίππα, αλλά αυτός αγρόν ηγόραζε. Φόυντωσε σαν το παγώνι ο Πίππας, τα λεπτά νοήματα δεν ήταν το φόρτε του.

Η ΤΡΑΠΕΖΑ

Με τα άπειρα λεφτά του ο Πίππας ήταν γνώριμος στα κυνηγοτόπια του εξωτερικού. Μαρόκο, Αίγυπτο, Τυνησία, Αργεντινή, όπου επιτρέπονταν οι εκατόμβες παρών και ο Πίππας με την παρέα του.

Στην Αγγλία πήγαινε για φασιανό σε κτήματα που προξένευε γνωστή εταιρεία όπλων. Οπως παρατήρησε κάποτε, μόνο οι Ελληνες και οι Ιταλοί διέθεταν λεφτά για τέτοια κυνήγια. Αυτό που δεν ήξερε ο Πίππας είναι ότι άλλοι ξένοι κυνηγοί στην Αγγλία είχαν θέσει όρο να μην επιτρέπεται σε Έλληνες και Ιταλούς να κυνηγούν τις ίδιες μέρες με αυτούς. Προφανώς υπήρχαν και άλλοι Πίππες στο διεθνές κυνηγετικό στερέωμα και οι Αμερικάνοι και Σουηδοί είχαν μπουχτίσει με την κοινωνικοπαθή συμπεριφορά τους.

Σε ένα επιχειρηματικό ταξίδι ο Πίππας έκανε συναλλαγές με μεγάλη αγγλική τράπεζα που έτυχε να διαθέτει κυνηγετικό αγρόκτημα. Για να τιμήσει τον ματσωμένο πελάτη η τράπεζα πρόσφερε τριήμερη φιλοξενεία στο κτήμα για τον Πίππα και την παρέα του.

Ο ΞΕΠΕΣΜΕΝΟΣ ΛΟΡΔΟΣ

Οπως εξήγησε ο τραπεζίτης στον Πίππα, το κτήμα ήταν η πατρογονική έδρα αγγλικής αριστοκρατικής οικογένειας.

Η οικογένεια είχει βρεθεί σε οικονομικές δυσκολίες και η τράπεζα τους έσωσε, αλλά με τίμημα. Και αυτό ήταν η παροχή υπηρεσιών φιλοξενίας προς υψηλούς καλεσμένους στο κτήμα με υποχρέωση του λόρδου να είναι ο οικοδεσπότης. Τι πιο γνήσια εμπειρία από φιλοξενία από λόρδο στο σπίτι του!

Αυτά τα είπε ο τραπεζίτης για να δώσει έμμεσα στον Πίππα να καταλάβει ότι στο κτήμα θα ήταν ναι μεν προσκεκλημένος, αλλά θα ήταν πάντα στο σπίτι του λόρδου με όσα αυτό συνεπάγεται στην αγγλική κουλτούρα. Αυτά πέρασαν αρκετά πάνω από το κεφάλι του Πίππα, ο οποίος μάζεψε την παρέα του και εφόρμησε στο κτήμα με το άνοιγμα του φασιανού.

Χωρίς τους Ιταλούς και άλλους Ελληνάρες η παρέα διασκέδασε για πρώτη φορά γνήσιο αγγλικό κυνήγι. Με το πέρας της ημέρας επέστρεψαν στο κτήμα για ξεκούραση πριν το βραδινό δείπνο.

“Θα ήθελα να σας πω ότι εδώ ντυνόμαστε για το δείπνο” είπε ο οικοδεσπότης λόρδος στον ένα της παρέας που μιλούσε καλά αγγλικά. Το μήνυμα μεταφράστηκε στα ελληνικά ως “εδώ ντύνονται για το δείπνο”. Στην ουσία όμως το μήνυμα ήταν “εδώ ντυνόμαστε επίσημα για το δείπνο για να διατηρούμε μια ατμόσφαιρα πολιτισμού και ευπρέπειας που αρμόζει σε ένα σπιτικό ανώτερης αστικής τάξης”.

ΟΙ ΠΑΝΤΟΦΛΕΣ

Επτά το βράδυ και κατεβαίνουν οι περισσότεροι γραβατωμένοι στο σαλόνι του αρχοντικού. Ενα μικρό ουίσκυ πριν το δείπνο συνηθίζεται και είναι πάντα μικρό και πάντα ένα.

Και να σου ο Πίππας με ανοικτό πουκάμισο, και με παντόφλες στυλ Μοναστηράκι.

Ο λόρδος καλεί τον αγγλομαθή της παρέας και του επαναλαμβάνει την πάγια τακτική: “εδώ ντυνόμαστε για το δείπνο. Ο φίλος σας δεν έχει γραβάτα και φορά παντόφλες. Αν έχει πρόβλημα με κάποιο στραμπούληγμα κλπ να του σερβίρουμε το φαγητό στο δωμάτιο του, όμως στην τραπεζαρία δεν μπαίνει αν δεν ντυθεί”.

“Τι λέει μωρέ ο ξεπεσμένος λόρδος που θα μου πει εμένα να ντυθώ. Με τα λεφτά μου ζει η χαμούρα και η οικογένεια του” ξέσπασε ο Πίππας. Ο τόνος ήταν αρκετός για να καταλάβει οποιοσδήποτε μη ελληνομαθής τι συζητιόταν.

“Να το θέσω αλλιώς,” εξήγησε ο λόρδος, “ή ντύνεται, ή δεν ανοίγει η τραπεζαρία μας απόψε.” Το σαγόνι σφιχτό με εκείνο το αγγλικό γινάτι.

Ο μπάτλερ που είδε τη σκηνή επενέβει σιγοντάροντας το αφεντικό του. “Οταν είστε έτοιμοι μου λέτε για σερβίρισμα ή για να σηκώσουμε τα σερβίτσια κύριε.” Το μήνυμα ήταν σαφές. ‘Η ντύνεστε όπως είπαμε ή δεν τρώτε.’

Ο Πίππας ανέβηκε και σε πέντε λεπτά κατέβηκε με γραβάτα και παπούτσια πόλης. Ενας ξεπεσμένος απένταρος λόρδος τον έβαλε στη θέση του. Ηταν τόσο εύκολο. Εκεί. Εδώ οι Πίππες κάνουν ότι θέλουν, αφού οι υπόλοιποι είμαστε διατεθειμένοι να υποστούμε την ταπείνωση από τον κάθε Πίππα και να ζούμε με μύθους (όπως αυτόν του ελεύθερου δημοκρατικού κυνηγίου) που οι Πίππες χρησιμοποιούν επιδεικτικά.

Μυθιστορηματική η αφήγηση, πάντα, αλλά δείχνει πως το θέμα πάει πέρα του δικού μας χώρου και αγγίζει το ευρύτερο πρόβλημα που ζούμε συλλογικά αυτή την εποχή διότι δεν βάλαμε τους Πίππες στη θέση τους. Δεν είχαμε το τσαγανό ούτε ενός ξεπεσμένου λόρδου.

Leave a Reply