ΣΚΕΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΓΚΑ – ΜΙΑ ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΜΕ ΤΟΝ ΛΟΥΚΑ ΑΞΕΛΟ

Πρόσφατα είχα μια ενδιαφέρουσα συζήτηση με τον Λουκά Αξελό, ιδρυτή των εκδόσεων Στοχαστής, διδάκτορα του πανεπιστημίου Αθηνών, έναν άνθρωπο που δικαιούται τον τίτλο του διανοούμενου.

Η συζήτηση μοιραία στράφηκε στο κυνήγι και η άποψη του συνομιλητή μου τέθηκε κάπως έτσι:

Στις γενιές πριν από την δική μας το κυνήγι ήταν μια ενασχολία των κατοίκων της υπαίθρου, που εκτός από την ψυχαγωγική του πλευρά είχε τον σημαντικότερο ρόλο της συμπλήρωσης της διατροφής. Με την πάροδο του χρόνου, την τυφλή υιοθέτηση καταναλωτικών προτύπων το κυνήγι άλλαξε. Σήμερα το κυνήγι, για την πλειοψηφία των κυνηγών, είναι μια δραστηριότητα που έχασε την παραδοσιακή της χροιά, έχει καταντήσει μια διαδικασία επίδειξης, άκρατου καταναλωτισμού, κατάχρησης της φύσης.

Η άποψη του Λουκά Αξελού, τοποθετημένη με την συγκροτημένη σκέψη του διανοούμενου, μας δίνει μια πολύτιμη πληροφορία για το πώς μας βλέπουν οι “άλλοι”.

Οταν άκουσα αυτή την άποψη, η σκέψη μου πήγε στην λέξη “παράγκα”. Φήμες λένε ότι η λέξη μπήκε στην ελληνική γλώσσα από τα λυόμενα σπιτάκια που στήνονταν στο Σούνιο στις αρχές του 20ου αιώνα για να φιλοξενήσουν κυνηγούς.

Πριν την κατασκευή της οτομοτρίς οι εκδρομές Αθηναίων κυνηγών στο Σούνιο για ορτύκια είχαν τον χαρακτήρα εκστρατείας. Συνεργεία έστηναν παράγκες, καϊκια μετέφεραν προμήθειες και επιβάτες ενώ ιππείς μετέφεραν καθημερινά τα θηράματα πίσω στην πόλη. Αυτή η συνήθεια του 1900-1930 κάθε άλλο παρά συμπλήρωμα κάποιας φτωχής δίαιτας θυμίζει.

Ο κυνηγετικός τύπος, που άνθισε στην Ελλάδα πολύ πριν την σύγχρονη άνοδο εκδοτικών οίκων, είναι μια καλή πηγή στοιχείων σύγκρισης. Τότε, το 1900 μέχρι το 1970, ο κυνηγετικός τύπος δίνει πληροφορίες για τα περάσματα, μερικά διηγήματα, χρονογραφήματα και πολύ χιούμορ. Σήμερα ο κυνηγετικός τύπος τείνει να μετατραπεί σε εγχειρίδιο βιολόγων, ενίοτε μεταπτυχιακού επιπέδου. Αν υποθέσουμε ότι η θεματολογία των εντύπων ενός χώρου αντικατοπτρίζει το επίπεδο του αναγνώστη, τότε δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο σημερινός κυνηγός ενδιαφέρεται ουσιαστικά για το θήραμα και το περιβάλλον περισσότερο από κάθε προηγούμενη γενιά, κυνηγών και μη.

Ομως η εικόνα μας στην κοινή γνώμη, και στα άτομα που την διαμορφώνουν, παραμένει αυτή του άξεστου ράμπο, ντυμένου με καμουφλάζ που ανεμίζει μια εννιάσφαιρη καραμπίνα και σκοτώνει ότι κινείται, σε αντιδιαστολή με την εικόνα ενός ρομαντικού “παλιού” κυνηγού που κυνηγούσε για να ζήσει την οικογένεια του. Η σύγκριση σπάνια ξεφεύγει από αυτές τις δύο “διαστάσεις”.

Αν υπάρχει κάτι παρηγορητικό στην υπόθεση είναι ότι μια εξίσου πλαστή εικόνα για τις παλιές αξίες καλλιεργείται στον χώρο της ελληνικής διανόησης για κάθε τι “παλιό”. Οι “παλιοί” θεωρούνται αυτομάτως καλύτεροι, αγνότεροι, παράξενα προικισμένοι με κάποια “φυσική” σοφία. Ο Παπαδιαμάντης στη Φόνισσα καθώς και ο Καζαντζάκης στον Καπετάν Μιχάλη και τον Αλέξη Ζορμπά δίνουν μια καλή απάντηση για αυτή την δήθεν σοφία των “παλιών”. Σε πιο πεζό επίπεδο αρκεί η οξείδωση του κρασιού και το ελαιολάδου στα παλιά ανοικτά πυθάρια για να κατανοήσουμε ότι οι “παλιοί” δεν ήταν ουτε εκ γενετής σοφοί ούτε έμφυτα πιο προικισμένοι από εμάς.

Πρέπει όμως να ομολογήσουμε ότι σαν χώρος έχουμε παραμελήσει το προφίλ μας. Οταν άνθρωποι με αναλυτική διάθεση και καμία προκατάληψη επικαλούνται μια εικόνα που μας αδικεί, διότι δεν ανταποκρίνεται στην πλειονότητα των κυνηγών, τότε κάτι δεν κάναμε σωστά. Καιρός είναι να το φτιάξουμε.

Leave a Reply